Επιζώντες από παιδιατρικό καρκίνο και εμβόλιο έναντι του COVID-19

Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του εμβολίου COVID-19 στα παιδιά. Επιπλέον, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων COVID-19 στους ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες και επομένως οι οδηγίες των επιστημονικών εταιρειών βασίζονται στην τρέχουσα γνώση και σαφώς χρήζουν εξατομίκευσης.

Μέχρι σήμερα έχουν εγκριθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων 3 εμβόλια: της Pfizer/BioNTech (mRNA BNT162b2), της Moderna (mRNA-1273) και της AstraZeneca με τις εξής ενδείξεις χορήγησης και δοσολογικό σχήμα:

1.         Εμβόλιο Pfizer/BioNTech (30μg, 0.3ml ανά δόση ενδομυϊκά): για ηλικίες ≥16 ετών σε σχήμα 2 δόσεων με μεσοδιάστημα 21 ημέρων.

2.         Εμβόλιο Moderna (100μg, 0.5ml ανά δόση, ενδομυϊκά): για ηλικίες ≥18 ετών σε σχήμα 2 δόσεων με μεσοδιάστημα 28 ημερών.

3.         Εμβόλιο AstraZeneca (ChAdOx1-S, 0.5ml ανά δόση, ενδομυϊκά): για ηλικίες ≥18 ετών σε σχήμα 2 δόσεων.  Η δεύτερη δόση πρέπει να χορηγείται μεταξύ 4 και 12 εβδομάδων (28 έως 84 ημέρες) μετά την πρώτη δόση.

Συγκεκριμένα τα εμβόλια της Pfizer/BioNTech και της Moderna επάγουν την αντισωματική απάντηση μέσω του mRNA επιτρέποντας να παραχθεί στα ριβοσώματα μέρος της πρωτεΐνης spike του ιού. Το εμβόλιο της AstraZeneca επιτρέπει μέσω ιού φορέα (αδενοιός χιμπατζή) να γίνει κωδικοποίηση της πρωτεΐνης S χωρίς πολλαπλασιασμό του ιού. Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες οδηγίες του ΕΟΔΥ δεν υπάρχουν προς το παρόν επαρκή δεδομένα για ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στα παιδιά κάτω των 18 ετών. Ήδη έχει ληφθεί άδεια για την διενέργεια κλινικών μελετών σε παιδιά ηλικίας 12-18 ετών προκειμένου να διευκρινιστεί ή ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των εμβολίων mRNA.

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τον κίνδυνο από την νόσηση από COVID-19 των επιζώντων από παιδικό καρκίνο συστήνονται τα εξής:

•           Άτομα ηλικίας μεγαλύτερης ή ίσης των 18 ετών που έχουν ολοκληρώσει από 6μήνου τη χημειοθεραπεία για αιματολογικές κακοήθειες και συμπαγείς όγκους μπορούν να εμβολιαστούν άμεσα όταν κληθούν με βάση το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο Εμβολιασμών (σημειώνεται ότι έγκριση για τις ηλικίες ≥16 ετών έχει προς το παρόν λάβει μόνο το εμβόλιο της Pfizer οπότε για την ομάδα των ασθενών ηλικίας από 16-18 ετών που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο έκθεσης και επιπλοκών θα μπορούσε να εξεταστεί η διενέργεια του εμβολιασμού).

•           Όσον αφορά άτομα ηλικίας μεγαλύτερης ή ίσης των 18 ετών που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, ισχύουν τα ακόλουθα:

Θα πρέπει να εμβολιάζονται έναντι του  SAR-CoV-2, με όποιο από τα εμβόλια είναι διαθέσιμο στην Ευρώπη, κατά προτίμηση με τα εμβόλια που βασίζονται στην τεχνολογία του mRNA. Παρόλα αυτά, αν το μόνο διαθέσιμο είναι αυτό της AstraZeneca, θα πρέπει να χρησιμοποιείται.

Σε περίπτωση υψηλής διασποράς του ιού στην κοινότητα, ο εμβολιασμός θα πρέπει να γίνεται 3 μήνες μετά τη μεταμόσχευση. Σε περίπτωση καλά ελεγχόμενης διασποράς του ιού στην κοινότητα, ο εμβολιασμός διενεργείται 6 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Ο εμβολιασμός έναντι του COVID-19 έχει προτεραιότητα έναντι άλλων εμβολίων και δε θα πρέπει να συνδυάζεται με άλλα εμβόλια. Συστήνεται να μεσολαβεί διάστημα 28 ημερών πριν και μετά από το εμβόλιο, μέχρι να πραγματοποιηθεί άλλος εμβολιασμός.

Η συνύπαρξη ήπιας-μέτριας οξείας νόσου μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GvHD) δεν αποτελεί αντένδειξη για το εμβόλιο. Αντίθετα ο εμβολιασμός δε θα πρέπει να πραγματοποιείται, αν υπάρχει οξύ GvHD βαθμού ΙΙΙ/ΙV.

Οι ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με CAR-T cells και έχουν απλασία Β λεμφοκυττάρων θα πρέπει να εμβολιάζονται τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη θεραπεία τους.

Αν ένας ασθενής έχει ήδη εμβολιαστεί έναντι του COVID-19 προ της μεταμόσχευσης ή της θεραπείας με CAR-T cells, η ανοσιακή απόκριση δε θα ισχύει μετά τη μεταμόσχευση ή τα CAR-T cells. Αυτοί οι ασθενείς θεωρούνται μη εμβολιασμένοι.

•           Σε άτομα ηλικίας μεγαλύτερης ή ίσης των 18 ετών που έχουν ολοκληρώσει την αγωγή τους με θεραπείες στόχευσης έναντι των Β-λεμφοκυττάρων (μονοκλωνικά αντισώματα έναντι του CD20 και CD22, BiTEs) ή Τ-λεμφοκυττάρων (ATG, alemtuzumab) η ανοσιακή απάντηση στο εμβόλιο δύναται να είναι ελαττωμένη ή απούσα. Επιπλέον, λόγω απουσίας δεδομένων και στους ενήλικες συστήνεται αναβολή του εμβολιασμού τουλάχιστον για 12 μήνες από την ολοκλήρωση της θεραπείας και γενικότερα απαιτείται εξατομίκευση. Σε κάθε περίπτωση συνεκτιμάται ο βαθμός της ανοσοκαταστολής, η πιθανότητα απόκρισης στον εμβολιασμό και η διασπορά και μεταδοτικότητα του ιού στην κοινότητα που συνεχώς τροποποιείται λόγω των μεταλλάξεων. Σε περιπτώσεις υψηλής διασποράς του ιού και/ή πνευμονολογικών ή άλλων επιπλοκών από τη θεραπεία συστήνεται ο εμβολιασμός 12 μήνες από την ολοκλήρωση της αγωγής.

•           Παιδιά και έφηβοι ≤18 ετών αποκλείονται του εμβολιασμού αφού δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

•           Οι φροντιστές, τα μέλη της οικογένειας και του άμεσου περιβάλλοντος θα πρέπει να εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα για την προστασία των επιζώντων.

•           Επιπλέον, τόσο οι επιζώντες με αιματολογικά νοσήματα και συμπαγείς όγκους όσο και το περιβάλλον τους συστήνεται να εμβολιασθούν έναντι του ιού της γρίπης.

•           Τέλος, ο εμβολιασμός των ασθενών έναντι του πνευμονιοκόκκου  θα πρέπει να είναι επικαιροποιημένος  στην περίοδο της πανδημίας.

 

 

Εκ μέρους της ΕΕΠΑΟ

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΡΑΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ

Επίκ. Καθηγητής Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας ΑΠΘ

Υπεύθυνος της Ομάδας Εργασίας Λοιμώξεων της ΕΕΠΑΟ

 

Αιματολόγος

Μονάδα Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών,

 ΓΝΠΑ «Η Αγία Σοφία»