ΦΥΛΑΞΗ ΟΜΦΑΛΙΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

Σήμερα η φύλαξη του αίματος που προέρχεται απ’ τον ομφάλιο λώρο ο οποίος κόβεται και πετιέται μόλις γεννηθεί το μωρό είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην ιατρική. Ο βασικότερος λόγος της διάδοσης της φύλαξης του ομφάλιου αίματος είναι η πρόσφατη αναγνώριση της σημασίας στη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων. Για ένα μεγάλο φάσμα αιματολογικών ή κληρονομικών νοσημάτων της παιδικής ηλικίας, η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων ή μυελού των οστών αποτελεί την ενδεδειγμένη θεραπεία. Όταν υπάρξει, λοιπόν, ένα νόσημα αυτής της κατηγορίας γίνεται μεταμόσχευση στην οποία χορηγούνται στον ασθενή αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα. Αυτά είναι ειδικά αδιαφοροποίητα κύτταρα που μπορούν να δημιουργήσουν εκ νέου όλα τα είδη των κυττάρων του αίματος. Τα κύτταρα αυτά συλλέγονται από το μυελό των οστών όπου φυσιολογικά κατοικούν, αλλά σήμερα υπάρχει η δυνατότητα να κινητοποιηθούν μετά από τη χορήγηση αυξητικών παραγόντων και να συλλεχθούν και από το αίμα. Τα τελευταία χρόνια τα κύτταρα αυτά βρέθηκαν και στο αίμα του ομφαλίου αίματος. Έτσι, σήμερα, οι μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών κυττάρων πραγματοποιούνται εξίσου επιτυχημένα και με τα τρία είδη μοσχευμάτων δηλ. μυελός οστών, κινητοποιημένο αίμα και ομφαλοπλακουντιακό αίμα.

Μεταμόσχευση Αιμοποιητικών κυττάρων

Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταμόσχευση είναι η ύπαρξη συμβατού δότη. Ο καλύτερος δότης είναι ένας αδελφός που παρουσιάζει απόλυτη συμβατότητα με τον ασθενή ως προς τα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας του συστήματος HLA (Human Leukocyte Antigens). Όμως μόνο το 30 % των ασθενών που έχουν ανάγκη αλλογενούς μεταμόσχευσης διαθέτει συμβατό αδελφό δότη. Για τους ασθενείς που δεν έχουν δότη στην οικογένεια, γίνεται αναζήτηση μη συγγενή δότη στην Παγκόσμια Δεξαμενή Δοτών Μυελού Οστών που περιλαμβάνει σήμερα πάνω από 15 εκατομμύρια εθελοντές δότες. Η ανεύρεση συμβατού εθελοντή δότη είναι επιτυχής στο 50 – 70 % των περιπτώσεων, απαιτεί όμως συχνά ικανό χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. Επιπλέον, για αρκετούς ασθενείς που ανήκουν σε εθνικές ή φυλετικές μειονότητες ή έχουν πολύ σπάνιους συνδυασμούς αντιγόνων ιστοσυμβατότητας, η ανεύρεση συμβατού δότη δεν είναι τελικά δυνατή.

Την τελευταία δεκαετία, το ομφάλιο αίμα αποδείχθηκε ότι αποτελεί πολύτιμη εναλλακτική πηγή αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων για τους ασθενείς, που δε διαθέτουν συμβατό δότη και για τους ασθενείς που χρειάζονται επείγουσα μεταμόσχευση. Το αίμα του ομφάλιου λώρου και του πλακούντα είναι πλούσιο σε αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα, που έχουν τη δυνατότητα να αναδημιουργούν το αιμοποιητικό σύστημα του δότη όταν μεταμοσχεύονται σε έναν ασθενή. Τα κύτταρα αυτά γνωστά και ως «βλαστοκύτταρα» δεν έχουν τις ιδιότητες και το δυναμικό των βλαστοκυττάρων, που είναι τα πρώτα κύτταρα του εμβρύου από τα οποία προέρχονται όλα τα κύτταρα και οι ιστοί του ανθρώπινου οργανισμού. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, ότι η μέχρι τώρα χρησιμότητα του ομφαλίου αίματος είναι στη θεραπεία νόσων που αντιμετωπίζονται με μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων. Οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα είναι υπό έρευνα χωρίς να υπάρχουν σοβαρές κλινικές ενδείξεις για την αποτελεσματικότητα των κυττάρων αυτών σε άλλες νόσους.

Δημόσιες Τράπεζες Ομφαλίου Αίματος

Το μη συγγενικό ομφάλιο αίμα που χρησιμοποιείται για μεταμόσχευση προέρχεται από το δίκτυο των δημόσιων τραπεζών ανά τον κόσμο, που διαθέτουν συνολικά περίπου 500.000 αποθηκευμένες μονάδες. Χάρη στη συμβολή των δημόσιων τραπεζών, έχουν πραγματοποιηθεί διεθνώς πάνω από 20.000 αλλογενείς μεταμοσχεύσεις ομφάλιου αίματος σε ενήλικες ή παιδιά με σοβαρά νοσήματα όπως αιματολογικές κακοήθειες (κυρίως λευχαιμίες), σύνδρομα μυελικής ανεπάρκειας, αιμοσφαιρινοπάθειες, συγγενείς ανοσοανεπάρκειες και κληρονομικές διαταραχές του μεταβολισμού.

Οι μέλλοντες γονείς που επιθυμούν να μην πεταχτεί το ομφάλιο αίμα του παιδιού τους βρίσκονται σήμερα απέναντι σε δύο διαφορετικές επιλογές. Μπορούν να δωρίσουν το ομφάλιο αίμα στη δημόσια τράπεζα ώστε να είναι διαθέσιμο για κάθε ασθενή που είναι συμβατός και χρειάζεται αλλογενή μεταμόσχευση. Η συλλογή και η κρυοκατάψυξη του ομφάλιου αίματος καλύπτεται δωρεάν από τη δημόσια τράπεζα.  Από την άλλη μεριά, προσφέρεται η δυνατότητα αποθήκευσης του ομφάλιου αίματος στις ιδιωτικές τράπεζες με οικονομική επιβάρυνση των γονέων. Στη περίπτωση αυτή το ομφάλιο αίμα είναι διαθέσιμο μόνο για το ίδιο το παιδί αν χρειασθεί μελλοντικά αυτόλογη μεταμόσχευση. Υποθετικά είναι διαθέσιμο και για άλλα μέλη της οικογένειας, αλλά για να χρησιμοποιηθεί πρέπει να αποδειχθεί ότι υπάρχει συμβατότητα. Η οικογενειακή φύλαξη του ομφάλιου αίματος έχει ένδειξη μόνον όταν ένα μέλος της οικογένειας είναι γνωστό ότι πάσχει από νόσημα που μπορεί να θεραπευθεί με μεταμόσχευση. Σε πολλές χώρες, όπως και στην Ελλάδα, η υπηρεσία αυτή παρέχεται δωρεάν από τις δημόσιες τράπεζες σε συνεργασία με τα μεταμοσχευτικά κέντρα και δεν είναι αναγκαίο να καταφεύγουν οι γονείς σε ιδιωτικές τράπεζες.

Ιδιωτική Φύλαξη

Ας δούμε κατά πόσον έχει νόημα η φύλαξη του ομφάλιου αίματος για την πιθανότητα αυτόλογης μεταμόσχευσης στο ίδιο το παιδί. Η αυτόλογη μεταμόσχευση δεν έχει καταρχήν θέση σε κληρονομικά νοσήματα γιατί τα κύτταρα του ομφάλιου αίματος φέρουν τη γενετική διαταραχή. Όσον αφορά στα κακοήθη νοσήματα της παιδικής ηλικίας, το συχνότερο από αυτά είναι η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία που σήμερα θεραπεύεται στο 80 % των παιδιών με τη συμβατική  χημειοθεραπεία χωρίς να υπάρχει ανάγκη μεταμόσχευσης. Όταν απαιτείται να γίνει μεταμόσχευση, η αυτόλογη μεταμόσχευση δεν ενδείκνυται επειδή έχει διαπιστωθεί ότι κύτταρα με τους γενετικούς χαρακτήρες της λευχαιμίας είναι δυνατό να προϋπάρχουν στο ομφάλιο αίμα. Αντίθετα, η αλλογενής μεταμόσχευση είναι η θεραπεία εκλογής για όλες τις μορφές λευχαιμίας γιατί προσφέρει τη δυνατότητα ίασης με τη χορήγηση αιμοποιητικών κυττάρων από υγιή δότη και την ανοσολογική δράση του μοσχεύματος έναντι της λευχαιμίας.

Εξάλλου, η πιθανότητα να χρειασθεί ένα άτομο αυτόλογη μεταμόσχευση στα πρώτα 20 έτη της ζωής είναι εξαιρετικά χαμηλή, μικρότερη από 1 στις 15.000. Οι περισσότερες αυτόλογες μεταμοσχεύσεις γίνονται για νοσήματα που εμφανίζονται μετά την 4η δεκαετία της ζωής. Στις περιπτώσεις αυτές το ομφάλιο αίμα δεν πλεονεκτεί συγκριτικά με το μυελό των οστών ή το περιφερικό αίμα, που είναι πλουσιότερες πηγές αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων. Δεν έχει διαπιστωθεί εξάλλου εάν τα κύτταρα του ομφάλιου αίματος παραμένουν βιώσιμα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την κρυοκατάψυξη. Είναι απίθανο επομένως, ότι μετά από 40 – 50 χρόνια θα είναι επιστημονικά αποδεκτή η χρήση του ομφάλιου αίματος που καταψύχεται σήμερα για αυτόλογη μεταμόσχευση. Σε αντίθεση λοιπόν με τη μεγάλη εμπειρία και τα θετικά αποτελέσματα από τις αλλογενείς μεταμοσχεύσεις, η χρησιμότητα της αυτόλογης μεταμόσχευσης του ομφάλιου αίματος δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Για το λόγο αυτό, η ιδιωτική φύλαξη του ομφάλιου αίματος δε συστήνεται από καμία επιστημονική εταιρία και κανένα διεθνή οργανισμό. Απεναντίας, οι αρμόδιες επιστημονικές εταιρίες (Αμερικάνικη Εταιρία Μεταμοσχεύσεων Αίματος & Μυελού Οστών, Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής, Αμερικάνικο Κολλέγιο Μαιευτήρων & Γυναικολόγων) και οργανισμοί (Παγκόσμια Ένωση Δοτών Μυελού Οστών, Επιτροπή Ηθικής για την Επιστήμη και τις Νέες Τεχνολογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης) υποστηρίζουν τη δωρεά του ομφάλιου αίματος σε δημόσιες τράπεζες για αλλογενή μεταμόσχευση.

Η απόφαση για τον τρόπο διάθεσης του ομφάλιου αίματος βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή των γονέων. Προϋπόθεση για τη σωστή συγκατάθεση των γονέων είναι η αντικειμενική ενημέρωση, που πρέπει να ελέγχεται από τους υπεύθυνους φορείς της πολιτείας. Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι γονείς ότι το ομφάλιο αίμα που δωρίζεται στη δημόσια τράπεζα μπορεί να σώσει τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου και ότι με την προσφορά αυτή διασφαλίζουν πραγματικά το μέλλον όλων των παιδιών και του δικού τους.